διακρινόμενοι

διακρῑνόμενοι , διακρίνω
separate one from another
pres part mp masc nom/voc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Euphémius de Constantinople — Euphémius (en grec Εύφήμιος), appelé aussi en français Euphème, fut patriarche de Constantinople de 490 à 496. Biographie C était un Syrien originaire d Apamée ; avant son avènement, prêtre de l Église de Constantinople, il était… …   Wikipédia en Français

  • HAESITANTES — dicti sunt Eutychiani Haeretici. Vide Leontium de Sectis Act. 6. et 7. et supra, ubi de Acephalis. Graece διακρινόμενοι: quod sc. a Synodi Chalcedonensis Communione haesitabundi abstinerent. Quibus proni οἱ Συνοδίται, Synoditae h. e. Synodo illi… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • στομάχι — (Ανατ.). Το πρώτο μέρος του ενδοκοιλιακού τμήματος του πεπτικού σωλήνα. Βρίσκεται αμέσως κάτω από το αριστερό μισό του διαφράγματος και συνεχίζεται προς τα πάνω με τον οισοφάγο και προς τα κάτω με το δωδεκαδάκτυλο. Η περιοχή μετάβασης από τον… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.